λίβος

(I)
λίβος, τὸ (Α)
1. σταλαγμός, σταλαγματιά
2. είδος κολλυρίου
3. στον πληθ. τὰ λίβη ή λίβεα
τα δάκρυα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *λίψ, λιβός «ρεύμα, ρυάκι» με αναβιβασμό τού τόνου].
————————
(II)
λίβος, τὸ (Α)
είδος πίτας από μέλι που προσφερόταν στους θεούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. libum, -i (σπάνια libus, -i), πίτα από γάλα ή λάδι βουτηγμένη στο μέλι, που συνήθως προσφερόταν στους θεούς. Ο τ. libum < libo «χύνω, κάνω σπονδή», τής ίδιας ρίζας με το λείβω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λίβος — tears neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβός — λίψ 1 the SW. wind masc gen sg λίψ 2 stream fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβει — λίβος tears neut nom/voc/acc dual (attic epic) λίβεϊ , λίβος tears neut dat sg (epic ionic) λίβος tears neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβη — λίβος tears neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) λίβος tears neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) λίπτομαι to be eager aor ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιβῶν — λίβος tears neut gen pl (attic epic doric) λίψ 1 the SW. wind masc gen pl λίψ 2 stream fem gen pl λιβάζω let fall in drops fut part act masc voc sg λιβάζω let fall in drops fut part act neut nom/voc/acc sg λιβάζω let fall in drops fut part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίβιος — λίβος tears neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιψ — (I) λίψ, λιβός, ὁ (Α) βλ. λίβας. (II) λίψ, λιβός, ἡ (Α) (μόνο στη γεν. και αιτ. εν.) (ως ονομ. χρησιμοποιείται η λιβάς ή το λίβος) 1. ρεύμα, ρυάκι («μέλιτος λίβα», Απολλ. Ρόδ.) 2. λοιβή*, σπονδή («φιλοσπόνδου λιβός», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. θ. λιβ… …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντινούπολη — (τουρκ. Istanbul). Πόλη (8.831.805 κάτ. το 2000) της ευρωπαϊκής Τουρκίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (5.220 τ. χλμ., 10.018.735 κάτ.). Είναι χτισμένη στις δύο πλευρές του Κεράτιου κόλπου (τουρκ. Halic) στο στόμιο του Βοσπόρου (τουρκ.… …   Dictionary of Greek

  • Fenari Isa Mosque — Fenâri Îsâ Mosque Fenâri Îsâ Câmîi The southern view of the Mosque, formerly the Church of St. John the Baptist, as of 2007 Basic information Location Istanbul, Turkey …   Wikipedia

  • λίβας — ο (Α λιψ, λιβός, Μ λίβας) πολύ θερμός νοτιοδυτικός άνεμος που πνέει από τη Λιβύη, αλλ. γαρμπής («ὅ τε νότος καὶ ὁ λίψ, ἀνέμων πολλὸν τῶν πάντων ὑετιώτατοι», Ηρόδ.) νεοελλ. πολύ θερμός και ξηρός άνεμος, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση από την οποία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.